Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η σονάτα του σεληνόφωτος...


Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε!
Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται
ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι
θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι,
ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες
, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου
λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα

...

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα,
κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας
μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε,
γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ
     μου,
σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν,
κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος
νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου,
κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα,
μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους,
δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις
οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου,
δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου
εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα,
μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο.
Τὸ ξέρω.Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

...

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι--- πώς να το φέρω;

...

Βαθύ- βαθύ το πέσιμο,
βαθύ- βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μές στ' ανοιχτά φτερά του,
βαθειά- βαθειά ή αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής ---
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ί-
    διο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος , ανάλαφρος
ό ίλιγγος τούτος, ---πρόσεξε θά πέσεις.Μην κοιτάς εμένα.
εμένα ή θέση μου είναι το ταλάντευμα--- ο εξαίσιος ίλιγγος.Έτσι κά-
θε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

...

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα.
Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει
νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι -
τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της,τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάμα
    -του,
τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της
τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της
μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας,
μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας
,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας,
νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου
μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ,
μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.







Καλό καλοκαίρι...



Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ΄ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.



Θα πενθώ πάντα - μ` ακούς; - για σένα,
         μόνος , στον Παράδεισο.




*Οδυσσέας Ελύτης ~ Μονόγραμμα

Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ




Μίλα.

Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.

Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.

Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,

ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ

μὲ τὴν ἀοριστία.

Πές:

«ἄδικα»,

«δέντρο»,

«γυμνό».

Πές:

«θὰ δοῦμε»,

«ἀστάθμητο»,

«βάρος».

Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται

μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.



Μίλα.

Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.

Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς

ἀρχίζει ἡ θάλασσα.

Πὲς κάτι.

Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.

Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει

ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.



Πὲς «στιγμή»,

ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,

μὴν τὴ σῴζεις,

πὲς

«δὲν ἄκουσα».



Μίλα.

Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,

ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:

ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,

σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.

Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα

στὴν τύχη.

Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.

Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,

πὲς «ἐλάχιστη»,

ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.

Ἐλάχιστη

αἴσθηση,

λύπη

ὁλόκληρη

δική μου.

Ὁλόκληρη νύχτα.



Μίλα.

Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.

Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.

Πὲς «πέτρα»,

ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.

Ἔτσι, ἴσα ἴσα,

νὰ βάλω ἕναν τίτλο

σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.





                                                                Kική Δημουλά.

οι αγάπες





θάρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθήσουν βαθιά λυπημένες.
φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

"αδελφέ, θα μου πουν, δέντρα φεύγουνε,
μες στη θύελλα, και πια δεν μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
ένα θάνατο πάρε και δώσε.
εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

τα χρυσά πούναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κ' ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε".

θα τελειώσουν. επάνω μου γέρνοντας,
θ'απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γέμιζαν φως τη ζωή μου...

*το ποίημα ανήκει στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη Ελεγεία και Σάτιρες.