Bdsm


Βγήκε στον δρόμο και ήταν μόνη.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ήταν δηλαδή;
Περπάτησε μέχρι το τέλος
και έμεινε αναποφάσιστη να κοιτά τον δρόμο που δεν μπορούσε να ακολουθήσει.
Ψιχάλισε και έπεσαν οι πόθοι της ένας ένας,
έγιναν δακρυα στο σώμα της,
έγιναν γυαλιά μπηγμένα στο κορμί της,
έγιναν σκέψεις άπιαστες και πέταξαν,
έγιναν οι άνθρωποι που ήταν δίπλα της και αυτοί που έφυγαν βιαστικά,
έγιναν αρμοί στην συνείδησή της.
Θυμήθηκε τότε ανακουφισμένη την μοναξιά της,
τα σύνορα που όριζαν την ύπαρξή της,
αγκάλιασε με στοργή την θέση της στο χάρτη του μυαλού της,
δέθηκε σφιχτά με το σχοινί των αδυσώπητων αναμνήσεων που την ταλάνιζαν,
και απόλαυσε την ανυπέρβλυτη ομορφιά του βασανιστικού πόνου.



Υπάρχει ;


Έψαχνα να βρω εσένα
που θα με άφηνες να αναπνεύσω στην
πλαστή σου αγκαλιά και
αγκάλιασα μαζί σου τους πόθους μου.

Έψαχνα εκείνους
που θα μοιραζόνταν την έξαψή  μου
και μοίρασα τις ελπίδες μου
στωικά σε κάθε έναν από αυτούς.

Βρήκα την αγκαλιά που
δεν μπόρεσε να σε κρατήσει
και εκείνη που ποτέ
δεν θα άνοιγε για μένα.

Άνοιξε όμως εκείνο το παράθυρο σου,
φύσηξε αέρας και έσπειρε τις ελπίδες μου.
Έμοιαζαν καλά θαμμένες.
Μπορεί και να μην ήταν.

Τώρα ξεθάβω το ευχαριστώ που οφείλω
σε κάθε άθροισμα χεριών που στάθηκε εκεί
για να με κάνει να ποντάρω στο απραγματοποίητο
και σε ό,τι δεν υπάρχει