Bdsm


Βγήκε στον δρόμο και ήταν μόνη.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ήταν δηλαδή;
Περπάτησε μέχρι το τέλος
και έμεινε αναποφάσιστη να κοιτά τον δρόμο που δεν μπορούσε να ακολουθήσει.
Ψιχάλισε και έπεσαν οι πόθοι της ένας ένας,
έγιναν δακρυα στο σώμα της,
έγιναν γυαλιά μπηγμένα στο κορμί της,
έγιναν σκέψεις άπιαστες και πέταξαν,
έγιναν οι άνθρωποι που ήταν δίπλα της και αυτοί που έφυγαν βιαστικά,
έγιναν αρμοί στην συνείδησή της.
Θυμήθηκε τότε ανακουφισμένη την μοναξιά της,
τα σύνορα που όριζαν την ύπαρξή της,
αγκάλιασε με στοργή την θέση της στο χάρτη του μυαλού της,
δέθηκε σφιχτά με το σχοινί των αδυσώπητων αναμνήσεων που την ταλάνιζαν,
και απόλαυσε την ανυπέρβλυτη ομορφιά του βασανιστικού πόνου.



Υπάρχει ;


Έψαχνα να βρω εσένα
που θα με άφηνες να αναπνεύσω στην
πλαστή σου αγκαλιά και
αγκάλιασα μαζί σου τους πόθους μου.

Έψαχνα εκείνους
που θα μοιραζόνταν την έξαψή  μου
και μοίρασα τις ελπίδες μου
στωικά σε κάθε έναν από αυτούς.

Βρήκα την αγκαλιά που
δεν μπόρεσε να σε κρατήσει
και εκείνη που ποτέ
δεν θα άνοιγε για μένα.

Άνοιξε όμως εκείνο το παράθυρο σου,
φύσηξε αέρας και έσπειρε τις ελπίδες μου.
Έμοιαζαν καλά θαμμένες.
Μπορεί και να μην ήταν.

Τώρα ξεθάβω το ευχαριστώ που οφείλω
σε κάθε άθροισμα χεριών που στάθηκε εκεί
για να με κάνει να ποντάρω στο απραγματοποίητο
και σε ό,τι δεν υπάρχει





Cenicero


Τίναξες τις στάχτες σου
στο τασάκι μου

Έσβησες τις αναμνήσεις σου
στην φευγαλέα αγκαλιά μου

Γέμισες χρωματιστή σκόνη
το βρώμικο σοκάκι μου

Ήθελες να μ' απαλλάξεις
από το άκαυτο παρόν

Ήθελα να ξεχάσω
    ~και έχασα

Τώρα κρατώ το τασάκι μου
περίλυπη για τις στάχτες που φύσηξα, 
και για κείνες που δεν θα τινάξεις ποτέ 






Be the one


Είδα τον άνεμο να χτυπάει στο πουκάμισό σου
και άκουσα τους ώμους σου να σκιρτούν.

Ήταν ο ίδιος άνεμος που χε φέρει το γέλιο στο πρόσωπό της
και έσπρωξε την σκιά μου ανάλαφρα πάνω της.

Θάμπωσε η σκέψη μου όταν τον αναγώρισα
και αφέθηκα σα σταγόνα κάτω από τα μάτια σου.

Δεν ήθελα τίποτα άλλο πια
παρά το βέβαιο έδαφος.



Παράξενες βροχές


Κυλάει στα δάχτυλά σου η νύχτα,
μοιάζει να τρέχει ανυπεράσπιστη
να προλάβει τη μέρα που ξεγλιστρά

Μα όταν το φως θα βρει τον δρόμο
και θα αγγίξει τα βλέφαρά σου
θα μείνει απαρηγόρητο εκεί

Και όταν θα έρθουν στον ύπνο σου
θα εισβάλλει δειλά
στα τσίνορα που τρεμοπαίζουν

Και ενώ το σκοτάδι θα κατακλύζει
τον κόσμο σου πάλι, ακόμη
θα νιώθεις την ζεστασιά του στο βλέμμα σου

Και όταν φτάσει η ώρα
να ανοίξεις τα μάτια σου
θα ναι πια αργά
για εκείνη την αχτίδα που χάθηκε σε παράξενες βροχές



Do not spray into eyes


Έψαχνα να βρω κομμάτια του διαμελισμένου εαυτού μου απελπισμένα
να διώξω τα ίχνη των σκέψεων που φοβάμαι στο σκοτάδι
να προλάβω το έρωτα που δεν θα ζήσω ποτέ
να ξετυλίξω τα κουβάρια μου και να τυλιχτώ μαζί τους
να πνιγώ στην ανέλπιστη αγκαλιά μου, μόνη
να κοιτάχτώ στον καθρέφτη και να μην απλώσει η ματιά μου στο άδειο δωμάτιο

και χωρίς να το καταλάβω απλώθηκα στην δική σου όψη
και βυθίστηκα με τον νου μου μέσα στα χέρια σου
και μπέρδεψα τα κουβάρια μου με τα δικά σου,
τυλίχτηκα μαζί σου
έγινες ο έρωτας που δεν έζησα ποτε
έγινα η σκέψη που φοβήθηκα να μην ειπωθεί
και χάθηκα ανάμεσα στα δικά σου σκόρπια κομμάτια
μάταια προσπαθώντας
να δω με τα δικά μάτια σου τον σχηματισμό μου.




Φύτρωνε όλη νύχτα


Φύτρωνε όλη νύχτα
ώσπου το πρωί ξημέρωσε
και έμοιαζε το φως να καίει την εικόνα σου
και θόλωνε ο νους μου απ όλα αυτά τα ανείπωτα

Φύλαξα και εγώ εκείνες τις απαγορευμένες
πτυχές της αλήθειας μου
μην τυχόν τις αγγίξει η πραγματικότητά σου
και άκουσα τις πνοές τους να χάνονται 

Και όταν συνάντησαν τα θέλω μου
το ίδιο λεωφορείο που χε τα φώτα του σβηστά
χάθηκα στα σοκάκια
της παρανοικής ευτυχίας μου

Και πάνω στην σκιά της νύχτας
ξεχύθηκε το φως της μέρας
και μισόκλεισα τα μάτια
προσπαθώντας μη δω τον πόθο που
φύτρωνε όλη νύχτα χωρίς να ξημερωθεί ποτέ




Ακροστιχίδα


Ενώθηκα με τις γραμμές του υπόγειου σιδηροδρόμου,
μάταια προσπαθώντας να προλάβω το τραίνο
που έφευγε μπροστά.

Λαθεμένα από την βουή της ταχύτητάς
άκουσα την σειρά των γραμμάτων.

Ζαλίστηκα από τις στροφές και έτρεξα
να βρω την πιο γρήγορη έξοδο.

Ίδρωσα και έσταξαν
δάκρυα από το κορμί μου.

Άγγιξαν το λευκό πάτωμα
κόλλησαν με την άπιαστη σκόνη και
σχημάτισαν το όνομά της.




Θεσσαλονίκης 7


Περπάτησα στις ρίζες των ανθών
στις άκρες των μαλλιών σου
να θυμηθώ να ξεχάσω το άρωμά τους

Περπάτησα πάνω στις γραμμές των τραίνων
στα παγκάκια που σείονται
να αποσιωπήσω την βοή του ανέμου σου

Περπάτησα στον κόκκινο κρυμμένο ήλιο
στα απειλητικά ροζ πούπουλα τριγύρω
να ακουμπήσω τον ανείπωτο φόβο μου

Περπάτησα ανάμεσα στις παράνομες δυάδες
και στις υπέρ του δέοντος νόμιμες τετράδες
να αφουγκραστώ την θλιμμένη ομοιότητά τους

Περπατώ στο σοκάκι που τόσο θα θελα να έκρυβα
τις μνήμες που ποτέ δεν θα έχω
και στέκομαι ανέλπιστα μέχρι το σούρουπο να μ αποδείξει λάθος





Μια νύχτα στην θάλασσα σου


                        Αυτήν τη φορά θα ρωτήσω την θάλασσα.
                                     Τη βαθιά, γκρι θάλασσα.
                                Κουράστηκα να ρωτάω εσένα.
                         Και όταν θα αναρωτιέμαι που βρίσκεσαι
                           θα ανοίξω κουβέντα με τις σταγόνες
                       του ωκεανού και τους κόκκους του βυθού.
                             Και θα ψάχνω στους διαδρόμους
                      του μυαλού μου τις χαμένες αισθήσεις σου.
                             Και στις αμυχές του σώματός μου
                                τη θύμηση της ύπαρξής σου.
                             Και στις νέες αγκαλιές θα ζητάω
                                        το πρώτο μας φιλί.
                   Και όταν λούζομαι με το νερό της ευτυχίας μου
                              θα σκέφτομαι την αλήθεια σου.
                Και όταν πέφτω στους καταρράκτες της θλίψης μου
                               θα νοσταλγώ την αλήθεια σου.
                         Και θα τρέφω το κομμάτι της ψυχής μου
                                  με το όνομά σου κάθε μέρα
                              να μη γεράσει, να μη ξεθωριάσει
                      να μην το απαλύνει ο χρόνος και η απόσταση.
                             Nα το σμιλέψει με αγάπη και πόνο
                                    ο ρυθμός της μουσικής σου.
                         Να ζωντανεύει στα μάτια, τα χέρια σου
                στην ζεστή σου αγκαλιά, στον άνθρωπο που αγάπησα.
                        Να μπορώ να το βλέπω, να το αισθάνομαι
                                να το αγγίζω και τώρα και πάντα.





I hear the sound of mandolins


 Ήθελα να σου πω κάτι όταν μιλάς για εκείνην τις νύχτες της μοναξιάς μου, να ρθω μαζί σου κάθε φορά που με αγνοείς.

Ήθελα να μ΄αφήσεις να γευτώ τους καρπούς της διττής σου υπόστασης, να γνωρίσω την μυρωδιά του φόβου στον άλικο λαιμό σου.

Ήθελα να αλείψω στην σκέψη μου τα χρώματα της παλέτας σου, να γεμίσω τον ωκεανό μου με σταγόνες της δικής σου αδυναμίας.

Ήθελα να βυθίσω τις τύψεις μου στον ψεύτη εγωισμό σου.





Τώρα το μόνο που θέλω είναι να ξεγλιστρήσω από την αναπόφευκτη απογοήτευση

 να αφήσω το αεράκι σου να φυσάει στο σφαλιστό πια παράθυρό μου..


"I dream of what I 've dreamed of" *


Όλο και πιο συχνά αναρωτιέμαι τελευταία αν μπορεί κάποιος να έχει ό,τι θέλει ή ό,τι χρειάζεται την κατάλληλη στιγμή ώστε να το εκτιμήσει και να τον "γεμίσει" - για να γίνω και λίγο "cliché". Και άραγε, εκτός από το μοντέλο "όλα ή τίποτα" υπάρχει κάποιο, οποιοδήποτε μοντέλο, που μπορεί να μας ικανοποιήσει; 

Κι αν ναι, τότε πώς μπορούμε να μην το θεωρήσουμε κακόγουστο και κακοήθες παιχνίδι της ίδιας μας της συνείδησης και αντίληψης, δεδομένου του γεγονότος πως αυτή η "κάλυψη" αποτελεί κάτι τόσο εφήμερο και τόσο εύθραυστο και τόσο δυναμικό και ασταθές;

Εγώ δεν προτίθεμαι να παραβλέψω όλες τις αλήθειες που σχετίζονται με τη συγγένεια μεταξύ της καταλυτικής δράσης της αχόρταγης συνείδησής μου και των αχόρταγων απωθημένων μου με όλα εκείνα (και όλους εκείνους) που κατά καιρούς παίζουν το ρόλο του υποστρώματος.

Ίσως πάψω να πιστεύω στην ευτυχία. Ή ίσως την ονομάσω ψευδαίσθηση. Ψευδαίσθηση αρκετά δυνατή ώστε να ψευδ-αισθάνομαι τον πρωτόγονο παλμό της σε κάθε κυβικό νανόμετρο του σώματός μου σαν ευχάριστη, ζωογόνο ηλεκτροπληξία. 

Και ίσως πω πως ο έρωτας είναι το μεγαλύτερο φιάσκο που μπορεί να μας στήσει η ίδια μας η φύση. Ένα ψευδερέθισμα, ικανό να κάνει τα ίδια κυβικά νανόμετρα να αναπηδούν μέσα στη σύγχυσή τους, αναζητώντας διέξοδο από την καταστροφική, νοσηρή ευχαρίστηση που κρύβεται στον πόνο. Μία πανίσχυρη δόση διεγερτικής, δηλητηριώδους, αρχέγονης ευτυχίας. Τόσο μάλιστα ισχυρής, που μέχρι να ολοκληρωθεί η δοσοληψία νοιώθουμε ήδη κενοί συναισθημάτων στην ιδέα και μόνο πως θα ή πως ίσως επιστρέψουμε στην πρωτύτερη κατάσταση.








         Αναθεώρηση, αποδόμηση, αναδόμηση, μετονομασία.
Χαίρετε (αν μπορείτε)!
                                                                                                            ~Ευάγγελος~

*Διευκρίνηση: Ο τίτλος είναι παρμένος από τους στίχους ενός άλλου κομματιού των Soap and Skin που λέγεται "Sleep".

Στο όνειρο, στο πουθενά


Έχω τα φώτα μου σβηστά.
Η τύχη μου δείχνει τον δρόμο.

Έχω τις τύψεις μου στην πλάτη,
για εσάς που σπατάλησα χωρίς έλεος.

Έχω την επικείμενη απογοήτευση
που θολώνει τα σχέδιά μου.

Έχω τον εαυτό μου που στέκει
αβέβαιος απέναντί μου.

Έχω εσένα για όσο διαρκεί
η σκέψη σου για μένα.

Έχω την νύχτα, τη θάλασσα, την πόλη
την δίνη των χρωματιστών νερών στους καταρράκτες σου.




Έχω το όνειρο για τις στιγμές εκείνες.




And I 'll never show it


Αγαπά τα μάτια γιατί του λείπει η ζεστασιά της οπτικής εμβάθυνσης
Αγαπώ τα χέρια γιατί μου λείπει το άγγιγμα
Αγαπάμε τον κόσμο γιατί μας λείπει η ομορφιά
Αγαπάνε τα προσωπεία μας επειδή τους λείπει το πρόσωπό τους
Αγαπιόμαστε επειδή μας λείπει η αγάπη
Θέλουμε επειδή δε χρειαζόμαστε
Χρειαζόμαστε μόνον ό,τι δε θέλουμε
Γινόμαστε αυτό που μισούμε περισσότερο επειδή δε θέλουμε να μισήσουμε τον εαυτό μας
Και αν και όποτε τίποτε δεν έχει νόημα, τότε μόνο τα πάντα έρχονται σε αρμονία με τη σχιζοφρενή μας συνείδηση
Κι αν όλα αυτά για μένα δεν έχουν νόημα τότε είναι τόσο βαθιά ριζωμένα -και το ξέρω- στη ζωή μου που δεν ευελπιστώ πως οποτεδήποτε θα λυτρωθώ



Αλλά ας μην απελπιζόμαστε... "The sea will wash it all away"

                                                                                               ~Ευάγγελος~

Το νερό σου με καίει


Είμαι μαζί σου.
Αισθάνομαι το αγγιγμά σου.
Βλέπω τα χείλη σου να με πλησιάζουν.
Τα μάτια σου να κλείνουν
                                       -αχόρταγα.
Τα χέρια σου είναι πάνω μου.
Η ανάσα σου αφύλαχτα ζεσταίνει το λαιμό μου.
Τα μαλλιά σου ανάκατα
                             -αναμοχλεύουν το παρελθόν.
Το σώμα μου γυρεύει παρηγοριά.

Αλλά το νερό σου με καίει
Θέλω να αλλάξω κόσμο
                                  - ποιος είσαι?